αἴγλη 1

αἴγλη 1.
Grammatical information: f.
Meaning: `gleam, radiance' (Il.)
Derivatives: αἰγλήεις `id.' (Il.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: The connection with Skt. éjati `to move, tremble' (cf. αἰγανέη), e.g. Thumb IF I4, 343f. is rightly rejected by DELG. - The epithets Άπόλλων Άσγελάτας (Anaphe) and Άπόλλων Αἰγλάτας (Anaphe, Thera) are often compared, but I think they are unrelated. It is impossible to explain the form of a `normal' noun from a word showing a variation αἰγλ- \/ ἀσγ(ε)λ-; this variation looks very much like those of Pre-Greek words, and the epithet, of which the meaning is unknown, may well be of Pre-Greek origin; but there is no evidence that the noun is of the same origin. The noun may be of Pre-Greek origin - it has no etymology - but that must not be the same oigin as the epithet. For the epithet see with the names.
Page in Frisk: 1,32

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Αἴγλη — the light of the sun fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἴγλῃ — Αἴγλη the light of the sun fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίγλη — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Νύμφη Ναϊάς, σύζυγος του ‘Ήλιου, μητέρα των τριών Χαρίτων. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, πάντως, οι Χάριτες είχαν πατέρα τον Δία και μητέρα την Ευρυνόμη. 2. Κόρη του Ήλιου και της Ροδής ή Κλυμένης.Οι θεοί την έκαναν… …   Dictionary of Greek

  • αίγλη — η λαμπρότητα, φήμη, δόξα: Η αίγλη της αρχαίας Αθήνας ήταν μεγάλη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αἴγληι — Αἴγλῃ , Αἴγλη the light of the sun fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγλῶν — Αἴγλη the light of the sun fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγλῶν — αἴγλη the light of the sun fem gen pl αἰγλάζω to beam brightly fut part act masc voc sg αἰγλάζω to beam brightly fut part act neut nom/voc/acc sg αἰγλάζω to beam brightly fut part act masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἴγλαις — Αἴγλη the light of the sun fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἴγλην — Αἴγλη the light of the sun fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἴγλης — Αἴγλη the light of the sun fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἴγλῃσι — Αἴγλη the light of the sun fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.